Από το χρεωκοπημένο Ντιτρόιτ, πόλη-φάντασμα, στην Ταγγέρη του ιστορικού παρελθόντος, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού: Ο Αδάμ και η Εύα (Τίλντα Σουίντον και Τομ Χίγκελτον), δύο ερωτευμένα μεταξύ τους βαμπίρ, πορεύονται μαζί εδώ και αιώνες, ζουν σε διαφορετικές πόλεις αλλά επανασυνδέονται όταν ο ένας έχει την ανάγκη του άλλου. Στο «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» ο Αδάμ συνθέτει μουσική στο Ντιτρόιτ, η Εύα έχει αποσυρθεί στην Ταγγέρη όπου συμπαραστέκεται στον γερασμένο βρικόλακα Κρίστοφερ Μάρλοου (Τζον Χερτ)... Περισσότερο συμφιλιωμένη με το πέρασμα του χρόνου η Εύα, λέει κάποια στιγμή στον Αδάμ: «Όλους αυτούς τους αιώνες, ακόμα δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τι έχει σημασία: η κάθε νύχτα, η φύση, η καλοσύνη... ο χορός!». «Βυθισμένοι» μέσα στην τέχνη και στη νοσταλγία των παρελθόντων αιώνων, προσπαθούν να περνούν απαρατήρητοι, να μην ενοχλούν κανέναν, προμηθεύονται το αίμα που χρειάζονται από ένα νοσοκομείο, πληρώνοντας γι' αυτό. Άλλωστε αντιλαμβάνονται πως το είδος τους τείνει προς εξαφάνιση, καθώς «είναι τόσο δύσκολο πια να βρεις αίμα που δεν είναι μολυσμένο»!

«Πάντα έβρισκα τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα πέρα από το mainstream, στο περιθώριο», μας είχε πει ο Τζιμ Τζάρμους πριν από δύο μήνες στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όπου έκανε πρεμιέρα η ταινία του. «Σε όλη την ιστορία της τέχνης βλέπουμε να διαμορφώνεται το πολιτιστικό κατεστημένο και ταυτόχρονα το πολιτιστικό περιθώριο. Όχι πάντα, αλλά συχνά, τα πιο πρωτοποριακά πράγματα βρίσκονται στο περιθώριο. Όσον αφορά τον εαυτό μου, βρίσκομαι σίγουρα κάπου στο περιθώριο, αν και υπάρχουν άνθρωποι που εκτιμώ πολύ και είναι πιο θαρραλέοι, οι οποίοι παραβιάζουν περισσότερους κανόνες του σινεμά απ' ό,τι εγώ και βρίσκονται περισσότερο από μένα στο περιθώριο».

Γεννημένος στο Άκρον του Οχάιο το 1953, ο Τζιμ Τζάρμους αρχικά γράφεται σε μια σχολή δημοσιογραφίας, όμως σύντομα εγκαταλείπει το Άκρον και πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει αγγλική και αμερικάνικη λογοτεχνία. Με ένα πρόγραμμα φοιτητικών «ανταλλαγών» θα βρεθεί στο Παρίσι και εκεί, στη Σινεματέκ, μαγεύεται από τον κινηματογράφο, παρακολουθώντας ασταμάτητα ταινίες μεγάλων δημιουργών απ' όλο τον κόσμο. Επιστρέφοντας στην Αμερική αποφασίζει να γραφτεί στο περίφημο κινηματογραφικό τμήμα του New York University και εκεί καταφέρνει να δουλέψει δίπλα στον Νίκολας Ρέι και να γνωρίσει τον Βιμ Βέντερς. Η σπουδαστική του ταινία «Διακοπές Διαρκείας» (1980), που ξεκίνησε να γυρίζει αμέσως μετά τον θάνατο του Νίκολας Ρέι, αποκτά αμέσως φανατικούς θεατές, κυρίως στην Ευρώπη. Το 1984 άρχισε να δουλεύει το σενάριο μιας μικρού μήκους ταινίας με τίτλο «Πέρα απ' τον παράδεισο». Η 30λεπτη βερσιόν του φιλμ προβλήθηκε στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ και μετά τη θετική ανταπόκριση η ταινία από μικρού μήκους έγινε κανονικής διάρκειας, χωρισμένη σε τρία μέρη, κερδίζοντας τη Χρυσή Κάμερα πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού στο Φεστιβάλ των Καννών.
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, ελλειπτικοί διάλογοι, στατικά πλάνα που υπογραμμίζουν το ιδιόμορφο «βάλτωμα» των χαρακτήρων... Ακολουθεί δύο χρόνια μετά το φιλμ «Στην παγίδα του νόμου», με το φοβερό τρίο, Τζον Λούρι, Τομ Γουέιτς και Ρομπέρτο Μπενίνι, και στη συνέχεια το «Mystery train», το «Μια νύχτα στη Γη», και στα 1995 το αριστούργημα, πιθανότατα, του Τζάρμους, «Ο Νεκρός». Με τον Τζόνι Ντεπ στον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον Νιλ Γιανγκ να γράφει τη μουσική, η ταινία είναι ένα μυστικιστικό ταξίδι στην πίσω όψη της «Άγριας Δύσης», μια αλησμόνητη περιπλάνηση του ήρωα μαζί με τον Ινδιάνο φίλο του, τον «Κανένα». Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Τζάρμους επιστρέφει με το «Ghost Dog», όπου ο Φόρεστ Γουίτακερ δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στον ρόλο ενός εκτελεστή της μαφίας που έχει αποφασίσει να ζει σύμφωνα με τον κώδικα των σαμουράι.
Για τον ρόλο της μουσικής στις ταινίες του, ο Τζιμ Τζάρμους έχει πει: «Ο κινηματογράφος είναι η τέχνη που συνδέεται πιο στενά με τη μουσική, γιατί είναι κίνηση μέσα στον χρόνο ενώ διαθέτει και εσωτερικό ρυθμό. Νομίζω ότι προσπαθώ να μάθω για την κινηματογράφηση από τη μουσική, ενώ άλλες φορές σκέφτομαι τη μουσική με κινηματογραφικούς όρους. Είμαι ευτυχής για αυτό το "μπέρδεμα". Μου αρέσουν πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Η μουσική είναι το ισχυρότερο εκφραστικό μέσο των ανθρώπων. Σήμερα μου αρέσει το νέο ψυχεδελικό μουσικό κίνημα αλλά και η τρανς, το στόουνερ, το ντουμ, η underground χιπ χοπ, το βαρύ ροκ εν ρολ... Θυμάμαι πως όταν ήμουν νεότερος, είχαμε μπουχτίσει με το εμπορικό ροκ των στούντιο. Όταν εμφανίστηκαν οι Stooges, oι Sex Pistols και οι Ramones, η ιδέα ήταν πλέον να μη σε νοιάζει το ότι δεν είσαι επαγγελματίας μουσικός. Με κάποιο τρόπο πιστεύω ότι αυτό είναι το μέλλον και στο σινεμά».

Αξίζει τέλος να αναφέρουμε ότι στην παραγωγή της ταινίας, που βγαίνει στις αίθουσες την Πρωτοχρονιά, συμμετέχει και η ελληνική εταιρεία "Faliro House", του Χρήστου Β. Κωνσταντακόπουλου