Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΛΑΜΑΣ

Σωκράτης Μάλαμας: «Δούλεψα 18 χρόνια στα σκυλάδικα»
Πάντοτε μπορείς να βρεις καλή αφορμή για να κάνεις μια συνέντευξη με τον Μάλαμα. Αρκεί η καλή αφορμή να ισχύει και για τον ίδιο. Να έχει δηλαδή διάθεση. Έχει κι αυτός τις περιέργειές του. Όταν όμως πει το «ναι», γίνεται ακούραστος συνομιλητής επί παντός του επιστητού – κι αυτό γραμμένο ίσως του φανεί υπερβολή –, με άποψη και ανατροπές. Όπως δεν έχει πρόγραμμα όταν ανεβαίνει στη σκηνή και ακολουθεί την αυθόρμητη και αυτοσχέδια όρεξή του, έτσι σε μια κουβέντα μπορεί να σε βγάλει εκτός προγράμματος. Και η αφορμή; Αυτήν τη φορά ήταν διπλή. Ξαναβγάζει τη δισκογραφία του – ηχογραφημένα τα τραγούδια live στο στούντιο – από τη δική του εταιρεία παραγωγής, Αρτύς. Μετά το Πάσχα θα κυκλοφορήσουν οι «Ασπρόμαυρες ιστορίες» και το «Άδειο δωμάτιο». Παράλληλα, έκανε την παραγωγή του δίσκου «Κύρβα» ενός νέου και ταλαντούχου Κρητικού δημιουργού, του Νίκου Μαστοράκη

Ξαναβγαίνουν οι δίσκοι σου από τη δική σου εταιρεία, Αρτύς. Πώς το αποφάσισες αυτό σε μια εποχή που οι δίσκοι δεν πουλάνε;

Εδώ και χρόνια οι δίσκοι μας δεν υπάρχουν στα δισκοπωλεία, αλλά ως stock στα δικαιώματα της εταιρείας, της οποίας ο διευθυντής, ο Κώστας Γιαννίκος, πήγε φυλακή. Η εταιρεία έχει να μας πληρώσει επτά χρόνια, αλλά της ανήκει η πρωτόλεια δουλειά. Είναι δηλαδή σαν να μην έχουμε κάνει ούτε έναν δίσκο. Αποφάσισα, λοιπόν, να ξαναγράψουμε τα τραγούδια live σε ένα studio και να τα κυκλοφορήσουμε σε πολύ προσιτή τιμή, στις συναυλίες, στο Διαδίκτυο. Για να πω ότι κάτι έκανα στη ζωή μου. Να μην πάνε τριάντα χρόνια στον αέρα.

Τα χρήματα σε ενδιέφεραν στις δουλειές σου ή ήσουν… «χύμα»;

Ήμουν «χύμα», αλλά τα λεφτά με κυνηγούσαν σαν άγριο σκυλί γιατί είχα πολλές υποχρεώσεις. Όταν βγαίνεις για καφέ, θέλεις να έχεις και δύο ευρώ στην τσέπη. Έχω παιδιά, οικογένειες, διεσπαρμένες αποικίες σε όλη τη χώρα, πώς να μη με ενδιαφέρουν τα χρήματα…

Έκανες μια συνεργασία με τον Βασίλη Καρρά, είπατε το τραγούδι «Όλοι για τα μπετά δουλεύουμε». Έπεσαν αμέσως να σε φάνε στα διάφορα sites.

Ο συνθέτης Δημήτρης Καρράς με κάλεσε να πω αυτό το τραγούδι. Στο στούντιο σκέφτηκα ότι τα γυρίσματα του τραγουδιού ταίριαζαν στη φωνή του Βασίλη. Μου ήρθε η ιδέα να κάνουμε ένα «δώρο» στους φίλους μας. Δύο άνθρωποι από διαφορετικές «γειτονιές» βρίσκονται ξαφνικά στη δουλειά κάποιου τρίτου και κάνουν παρέα. Δεν πέρασε καν από το μυαλό μου ότι αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει αρνητικά. Αλλά φαίνεται πως ο κόσμος βρίσκει το αρνητικό εκεί που δεν υπάρχει. Εμείς το τραγουδήσαμε και το ευχαριστηθήκαμε. Και μετά άρχισαν τα μπινελίκια.

Κάτι που δεν ξέρει πολύς κόσμος είναι ότι εσύ έχεις βρεθεί στη «γειτονιά» του Βασίλη Καρρά.

Δεν βρίσκω διαφορές ανάμεσα στις «γειτονιές», παρόλο που υπάρχουν πράγματα που δεν μου αρέσουν. Με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν φαγητά που δεν ακουμπάς ποτέ ή ρούχα που δεν φοράς. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έχουμε διαφορές με τα πρόσωπα. Στο κάτω - κάτω, ο Καρράς είναι από τα πιο ακέραια άτομα στην ιστορία αυτήν που λέμε τραγούδι. Είναι gentleman. Ο μόνος άνθρωπος που πήρε τηλέφωνο για να μου ζητήσει την άδεια να πει την «Πριγκιπέσσα» στον δίσκο του. Κανένας από τους τραγουδιστές της φάρας μας, της κάστας μας δεν πήρε ένα τηλέφωνο για να ζητήσει τη γνώμη μου. Ο Καρράς είναι το πιο εντάξει καρντάσι που έχω βρει μέσα στην πιάτσα. Και ποιον να έβαζα δηλαδή να τραγουδήσει «όλοι για τα μπετά δουλεύουμε»; Έναν ποπ τραγουδιστή; Τα τραγούδια λειτουργούν σαν τρίλεπτα θεατρικά δρώμενα. Ο Καρράς γεννήθηκε πάνω στα πάλκα. Αν δεν έχω σχέσεις με αυτόν, με ποιον να έχω; Με κάποιον που βγήκε από την Ακαδημία Τεχνών, ανέβηκε στο πατάρι και μου λέει «μη μιλάς, θέλω να σου πω πόσο καλός καλλιτέχνης είμαι»;

Έχεις δουλέψει σε σκυλάδικα.

Δούλεψα σε σκυλάδικα 18 χρόνια. Τραγουδούσα όλη νύχτα.

Πώς ήταν;

Αυτοκτονικά.

Δηλαδή;

Δεν μου ταίριαζε. Δεν μου αρέσει αυτός ο υπέρμετρος δήθεν ενθουσιασμός των νυκτόβιων, η κατανάλωση, το σπάσιμο πιάτων. Αναπνέαμε σκόνη και γύψο, λες και ήμασταν χτίστες. Δεν μου άρεσε ο ήχος, τα τραγούδια, γενικά ο τρόπος. Υπήρχαν συνάδελφοι που περνούσαν ζάχαρη. Εγώ τον τρόπο μου τον βρήκα στα καφενεία και στα μικρά μαγαζιά των 150-200 ανθρώπων, με 4-5 όργανα. Παίζαμε ρεμπέτικα, λαϊκά μέχρι την εποχή του Άκη Πάνου, και βέβαια Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Λοΐζο, Κουγιουμτζή.

Τώρα πας σε σκυλάδικα;

Όχι, δεν μπορώ. Έχω μεγαλώσει κιόλας. Νεαρός πήγαινα γιατί το παιχνίδι της νύχτας ήταν γενικώς παιχνίδι. Παρόλο που ως παίχτης δεν μπορούσα να το εξυπηρετήσω, ως θαμώνας το ευχαριστιόμουνα.

Οι περισσότεροι έχουμε μια ίσως αυθαίρετη απαίτηση από έναν καλλιτέχνη να ζει σε μια συνέπεια ως προς το έργο του. Συμφωνείς με αυτό; Γιατί μόλις βρούμε ένα ψεγάδι σε κάποιον που θαυμάζουμε τον «σταυρώνουμε»;

Καλό είναι να υπάρχει συνέπεια και ισορροπία, αλλά δεν είναι τόσο απλό.

Ας πούμε, κρίνουμε με πολλή ευκολία μεγάλους καλλιτέχνες. Ένα παράδειγμα είναι όταν ο Bob Dylan έκανε διαφήμιση της Coca Cola.
Θα είχε ανάγκη τα λεφτά. Μπορεί να χρεοκόπησε και να βρέθηκε στην ανάγκη να διαφημίσει ακόμα και σερβιέτες. Να τον τουφεκίσουμε; Να σου πω κάτι; Μεγάλωσα και δεν μπορώ να μπαίνω στο σαλόνι και στην κρεβατοκάμαρα ενός τραγουδιστή αυτού του βεληνεκούς και να τον κρίνω. Μου αρκούν οι δέκα πρώτοι δίσκοι του. Ο Bob Dylan μπορεί να κάνει μια εγχείρηση στη Βραζιλία και να γυρίσει τραβεστί. Ποιο είναι το πρόβλημα; Εκεί τον πήγε η ζωή.

Εσύ θα έκανες διαφήμιση;

Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο.

Με ποιον καλλιτέχνη, Έλληνα ή ξένο, θα ήθελες να βγεις ένα βράδυ και να τα πιεις;

Με κανέναν. Μου αρκεί που βγαίνω με τον Ευριπίδη, που είναι μάστορας, περνάει πλακάκια στα Τρίκαλα, και με τον Σούλη, που είναι εργάτης στη ΔΕΗ. Οι παρέες μου είναι πολύ σημαντικές για να αναζητάω άλλες. Μου άρεσε που χθες, εδώ στο ίδιο τραπέζι, ήπια δυο ποτά με τον Μπάμπη Στόκα και πιο πριν άκουσα τη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία σε μαγεύει ύστερα από τόσα χρόνια. Μου αρκούν αυτά που κάνω.

Η μουσική σε μαγεύει ακόμα; Ή έχεις περάσει σε μία φάση που κυριαρχεί η αίσθηση του επαγγέλματος και όχι του συναισθήματος;

Περισσότερη αγωνία έχω τώρα. Πληθαίνουν οι ερωτήσεις. Τι είναι αυτό που κάνω; Μήπως το ακροατήριό μου έχει χαλαρώσει; Μήπως, μήπως, μήπως;… Δεν νιώθω όμως κουρασμένος, γιατί η μουσική είναι βασικό συστατικό του εαυτού μας. Είναι στο αίμα μας, όπως το κάλιο και το νάτριο.

Λένε για σένα ότι πάνω στη σκηνή βγάζεις νταλκά.

Κουβέντες. Άσ’ τους να λένε.

Δεν έχεις νταλκά;
Υπάρχει άνθρωπος εδώ γύρω που να μην έχει πόνο; Κι ας τον κρύβει πίσω από τις μάσκες που φοράμε όλη την ώρα. Τα βασικά συστατικά των ανθρώπων είναι ο πόνος και η ενοχή.

Εσύ τι ενοχές έχεις;

Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα έχω, γιατί οι άνθρωποι είμαστε ενοχικοί. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Γιατί νομίζεις ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας ψηφίζει Άκρα Δεξιά και υποστηρίζει ναζιστικά πρότυπα; Από ενοχή και από αυτο-αποστροφή. Οι ψυχολόγοι και οι ιερείς θα πρέπει να βρούνε τις απαντήσεις και να μας πούνε γιατί ισχύει αυτό το στοιχείο.

Πώς θα αντιδρούσες αν ένας φαν σου σού έλεγε ότι ψηφίζει Χρυσή Αυγή;

Θα κοίταζα με απορία.

Θα του έλεγες να πάτε για ένα ποτό να το συζητήσετε;

Δεν μπορώ να συζητήσω με ανθρώπους που διατηρούν μέσα τους απέχθεια, μίσος και μία εν δυνάμει βίαιη ψυχολογία.

Σε έχουν ρουφήξει μέσα στα χρόνια… μαύρες τρύπες και δαίμονες; Η νύχτα, το ποτό, οι γυναίκες, ο εαυτός σου;

Οι γυναίκες, η νύχτα, το ποτό και οι καταστροφές δεν είναι δαίμονες. Είναι αποφάσεις που παίρνεις. Λέμε καμιά φορά «με έφαγε ο δαίμονας της κραιπάλης, της χαρτοπαιξίας, του αλκοόλ». Όλα αυτά είναι μια προσπάθεια να υπερβούμε τον κοινό πήχη του εαυτού μας. Γιατί συνήθως περπατάμε σε μεσαίες περιοχές. Ό,τι υπερβαίνει τα κοινά μέτρα αρχίζει και δαιμονοποιείται. Για τους αρχαίους ο δαίμονας, δαήμων, ήταν κάτι θεϊκό, το οποίο σε βοηθούσε να αντιληφθείς κάτι περισσότερο, να συνειδητοποιήσεις κάτι. Επομένως, έχουμε διαστρεβλώσει τη λέξη.

Εσύ κραιπάλες έχεις κάνει;

Δόξα τω Θεώ!

Τις έχεις αφήσει πίσω;

Δεν έχω τα βιολογικά κουράγια. Ούτε τα νοητικά, γιατί χρειάζεται και ο νους να… παθαίνει. Δεν έχω το κουράγιο να ευχαριστηθώ, ας πούμε, ένα καταστροφικό τριήμερο. Μπορώ, όμως, κάλλιστα να καθίσω 3-4 ώρες με την κοντινή μου παρέα και να υπερβώ το επιτρεπτό όριο. Είμαι πλέον υπέρ το δέον συμμαζεμένος. Την τελευταία φορά που ήμουνα εξουθενωμένος και τρελός, βρέθηκα στην αυλή του σπιτιού μου την ώρα που έφευγε η μικρή μου κόρη για το σχολείο. Με είδε και με ρώτησε «πατέρα, τι έπαθες;». Της απάντησα «τίποτα, θα τα πούμε το μεσημέρι». Και κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία. Όταν πήγα μέσα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, κατάλαβα γιατί μου το είπε: ήμουν σαν να με πάτησε τρακτέρ. Ε, αυτό δεν θέλω να ξαναγίνει. Δεν θέλω να βλέπουν τα παιδιά μου μια κατεστραμμένη κουρελού να περπατάει. Τα παιδιά μου με βοήθησαν να βάλω φρένο εκεί που δεν έμπαινε ούτε χειρόφρενο.

Τα παιδιά σου ακούνε τα τραγούδια σου;

Αρκετά. Αυτό είναι κάτι που με εκνευρίζει.

Γιατί;

Δεν θέλω στον χώρο μου να ακούνε τα τραγούδια μου.

Μαθαίνεις εσύ μουσική από τα παιδιά σου; Τι ακούνε στο σπίτι;

Περισσότερο ακούνε αυτήν την αμερικανόφερτη σκηνή, Ριάνα, Μπιγιονσέ, Τζάστιν Μπίμπερ. Και εγώ λέω, δεν πειράζει. Αν απαγορέψεις κάτι, θα κολλήσουν περισσότερο. Πρέπει να περάσεις μέσα από αυτά τα… ποτάμια και να αφήσεις να περάσει το νερό. Τα παιδιά μου, όμως, ακούνε πολλές μουσικές. Βάζουν κλαρίνα και ηπειρώτικα, χορεύουν μεταξύ τους και με τη μάνα τους. Βάζω εγώ Στελλάκη Περπινιάδη ή Στέλιο Καζαντζίδη και σιγοτραγουδάνε. Τους δίνω εκατό ερεθίσματα κι αυτά διαλέγουν τα πέντε. Αργότερα, μπορεί να επιλέξουν άλλα πέντε. Αλλά κι εμείς μικροί τι ακούγαμε; Θυμάμαι μια φορά ο πατέρας μου με πέταξε από το τρακτέρ γιατί τραγουδούσα το «Με φωνάζουνε τζίνι». Ο άνθρωπος έκανε μια σκληρή αγροτική ζωή, ήταν μέσα στις λάσπες, και άκουγε τον γιο του να φωνάζει «με φωνάζουνε τζίνι…». Τη γλίτωσα και δεν με σκότωσε!

Πες μου μια ιστορία για κάποιο τραγούδι σου που γράφτηκε σε ανορθόδοξη συνθήκη…

Τα περισσότερα ανορθόδοξα είναι. Δεν θέλω να λέω ιστορίες για τα τραγούδια μου. Γιατί είδα μέσα στα χρόνια ότι ο ακροατής ενός τραγουδιού το οικειοποιείται με έναν τρόπο και φτιάχνει τη δική του ιστορία. Δεν μπορώ εγώ να τον καπελώσω με τις δικές μου.


ΠΗΓΗ  "το ΠΟΝΤΙΚΙ"   29-4-2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου